ἀμφουδίς

ἀμφουδίς
Grammatical information: adv.
Meaning: uncertain; hapax ρ 237, ἀμφουδὶς ἀείρας.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Interpreted as if ἀμφωδίς, from *ἀμφωϜαδίς `at both ears'. Cf. ἐξωβάδια ἐνώτια. Λάκωνες H. Bechtel Lex. s. v. See DELG.
Page in Frisk: 1,100

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμφουδίς — ἀμφουδὶς (επίρρ) (Α) συναντάται μια μονό φορά στον Όμηρο (ρ 237) με προβληματική ερμηνεία σημαίνει πιθ. «από το έδαφος», «από τη μέση». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι αβέβαιης ετυμολ. Η αρχαία ερμηνεία «κοντά στο έδαφος» (< ἀμφ(ι) * + οὖδας «έδαφος»)… …   Dictionary of Greek

  • ἀμφουδίς — by the middle. indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.